Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί δεν έχουμε και πολλές ελπίδες

Με την κρίση που ξεκίνησε στη χώρα μας το 2010 με την έλευση της τρόικας και των μνημονίων, έχουν γίνει πολλές συζητήσεις και προτάσεις σχετικά με το πώς θα ξεπεράσουμε την κρίση και θα πάμε μπροστά ως χώρα. Η άποψή μου είναι ότι δυστυχώς οι ελπίδες που έχουμε για να δούμε πραγματική πρόοδο στη χώρα μας είναι ελάχιστες. Και εξηγούμαι...
Οι περισσότεροι ρίχνουν το φταίξιμο στους πολιτικούς. Δεν έχουν και άδικο, αλλά τι διαφορετικό έχουμε δει από το πολιτικό προσωπικό στη νεότερη ιστορία του ελληνικού κράτους; Μήπως νομίζετε ότι η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, το βόλεμα ημετέρων και η δημιουργία πολωτικού κλίματος για τη συσπείρωση των ψηφοφόρων είναι φαινόμενα της μεταπολίτευσης; Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά δυστυχώς αυτές είναι διαχρονικές παθογένειες των πολιτικών στην Ελλάδα.
Μήπως πάλι η συμπεριφορά των ελλήνων πολιτών και ο τρόπος που κινείται η οικονομία στην Ελλάδα έχει αλλάξει σημαντικά; Προφανώς η τεχνολογία έχει προχωρήσει και νέοι τομείς αναπτύσσονται, αλλά λίγο πολύ η νοοτροπία είναι η ίδια εδώ και δεκαετίες. Δηλαδή έμφαση στην παραοικονομία, λάδωμα δημόσιων υπαλλήλων για να κάνουν τα στραβά μάτια όπου μας βολεύει και γενικότερα περιφρόνηση των κανόνων και των νόμων.
Εσείς βλέπετε να αλλάζει κάτι στα παραπάνω ή να έχει κανείς την πρόθεση να τα αλλάξει; Εντάξει, κάποια μικρά κόμματα ευαγγελίζονται τέτοιες αλλαγές, αλλά η εκλογική τους απήχηση είναι πολύ μικρή και αυτό τα λέει όλα. Πώς λοιπόν τα καταφέρναμε τόσα χρόνια; Η απάντηση είναι ότι μας ευνόησαν οι εξωτερικές συνθήκες. Πολλά οικονομικά πακέτα βοήθειας επενδύθηκαν στη χώρα, ενώ παράλληλα μας δάνεισαν και πάρα πολλά χρήματα. Γεωπολιτικά περάσαμε αρκετές εντάσεις, αλλά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο καλό όπως αποδείχθηκε στρατόπεδο, ενώ και στην ενωμένη Ευρώπη είμασταν γρήγορα σε θέση να ενταχτούμε.
Αυτά ήταν αρκετά στις προηγούμενες δεκαετίες για να έχουμε μια σχετική ηρεμία και ευημερία. Τα τελευταία χρόνια όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Η τεχνολογία προχωρά πλέον με ταχύτατους ρυθμούς και ο κόσμος έχει γίνει πια μια παγκοσμιοποιημένη αγορά. Ο ανταγωνισμός έχει φουντώσει και πλέον έχεις να ανταγωνιστείς απίστευτα πολλούς αντιπάλους. Και αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Πού μπορούμε να πάμε λοιπόν έτσι όπως λειτουργούμε ως κράτος; Μάλλον πουθενά. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι εμφανίζεται κάποια πεφωτισμένη ηγεσία, η απόσταση που έχει δημιουργηθεί από τα ανεπτυγμένα κράτη είναι πλέον τεράστια και θέλει πολλά χρόνια για να καλυφθεί. Κει επειδή δεν βλέπω να εμφανίζεται αυτή η πεφωτισμένη ηγεσία, ας προετοιμαστούμε για το πιο πιθανό σενάριο.Και αυτό είναι λίγο πολύ αυτό που βλέπουμε και σήμερα. Δηλαδή ένα μέτριο στην καλύτερη περίπτωση πολιτικό σύστημα, μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη με το σταγονόμετρο και γενικώς μία χώρα που θα κινείται στη μετριότητα με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Οι εθνικοί μύθοι του ΟΧΙ

Αυτές τις μέρες που γράφω αυτές τις γραμμές έχουμε μία ακόμα επέτειο του ΟΧΙ, δηλαδή την έναρξη ουσιαστικά του πολέμου με την Ιταλία στο πλαίσιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, λόγω της σκληρότητάς του και των πολλών διαφορετικών κόσμων που συγκρούστηκαν, παρήγαγε μετά τη λήξη του πάρα πολλούς εθνικούς μύθους σε όλες τις χώρες που ενεπλάκησαν. Οι πιο γνωστοί είναι η υπερβολική έμφαση στη σημασία της D-Day (η απόβαση των αμερικανών στη Νορμανδία), που στην πραγματικότητα δεν ήταν ούτε καν μέσα στην πρώτη δεκάδα των πιο αποφασιστικών μαχών, και ο θαυμασμός για την επικράτηση του Κόκκινου Στρατού επί των Γερμανών στο ανατολικό  μέτωπο, όπου παραμερίζονται οι θηριωδίες των Σοβιετικών οι οποίες ακολούθησαν.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, δύο είναι οι κυρίαρχοι εθνικοί μύθοι. Ο πρώτος ότι το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς, αλλά ο ελληνικός λαός, και ο δεύτερος ότι με την ηρωική μας αντίσταση καθυστερήσαμε τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα να τους πιάσει ο ρωσικός χειμώνας και να χάσουν έτσι τη μάχη στο ανατολικό μέτωπο. Με τον πρώτο δεν θα πολυασχοληθώ, έχει προκύψει γιατί ο Μεταξάς ήταν εθνικιστής και δικτάτορας, δύο ιδιότητες που στην κυρίαρχη αντίληψη δεν μπορούν να παράγουν ο,τιδήποτε καλό. Αν ήταν δημοκρατικά εκλεγμένος και απλός αριστερός η δεξιός πολιτικός, τώρα θα ήταν ήρωας. Απλά θα βάλω ένα υποθετικό ερώτημα: αν στη θέση του ήταν π.χ. ο Σαμαράς, ο Καραμανλής ή ο Παπανδρέου (οι νεότεροι εννοώ), θα ήσασταν σίγουροι ότι θα κρατούσαν την ίδια στάση; Τότε βέβαια ήταν άλλες εποχές και η σύγκριση δεν είναι δίκαιη, αλλά σίγουρα δεν είναι δίκαιο να βάζουμε στην άκρη τον άνθρωπο που στην ουσία είπε το όχι επειδή δεν μας αρέσουν τα πολιτικά του πιστεύω. Για παράδειγμα ο Στάλιν ήταν απάνθρωπος και αιμοσταγής δικτάτορας, αλλά κανείς δεν παραγνωρίζει το ρόλο του στην έκβαση του πολέμου.
Ας πάμε στο δεύτερο μύθο. Με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο, βλέπουμε ότι η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1941. Η αντίστασή μας ήταν ηρωική, αλλά τελικά παραδοθήκαμε λίγο πριν το τέλος του μήνα. Μόνη εξαίρεση ήταν η Κρήτη, για την κατάκτηση της οποίας η μάχη ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941 και ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα. Η επίθεση των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο έμεινε γνωστή στην ιστορία ως επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Η επίθεση ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου του 1941. Η μάχη που ακολούθησε ανάμεσα στις δυνάμεις του Άξονα και τον Κόκκινο Στρατό επεκτάθηκε σε ένα τεράστιο μέτωπο και κράτησε περίπου 4 χρόνια με τελικό νικητή το δεύτερο.
Από τις ημερομηνίες και μόνο αρχίζουν να φαίνονται τα προβλήματα του μύθου. Αν υποθέσουμε ότι οι Γερμανοί ήθελαν να επιτεθούν στη Ρωσία, αλλά είχαν την εκκρεμότητα της Ελλάδας, τότε γιατί περίμεναν μέχρι τα τέλη Ιουνίου για να ξεκινήσουν; Και το κυριότερο: ναι, το 1941 τους έπιασε ο ρώσικος χειμώνας λίγο πριν καταλάβουν τη Μόσχα και το Λένινγκραντ, αλλά μετά ακολούθησαν άλλα δύο τουλάχιστον καλοκαίρια πριν αρχίσει η πλάστιγγα να γέρνει προς τη μεριά των Σοβιετικών. Πού ήταν ο ρώσικος χειμώνας τότε; Φυσικά οι Ρώσοι βρήκαν το χρόνο να ανασυγκροτηθούν σε κάποιο βαθμό το χειμώνα του 1941, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν χάσει τον πόλεμο τις επόμενες χρονιές. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η Μόσχα και το Λένινγκραντ σώθηκαν σαν από θαύμα και μετά από λυσσαλέα αντίσταση πολλών μηνών.
Ένα άλλο επιχείρημα των υποστηρικτών του μύθου είναι ότι η Κρήτη, ως αεροπορική βάση των συμμάχων, μπορούσε να πλήξει τα ρουμανικά διυλιστήρια που προμήθευαν τις δυνάμεις του Άξονα, συνεπώς έπρεπε να κατακτηθεί πριν την επίθεση. Αυτό ενδεχομένως είναι αληθές, αλλά ας δούμε ποιες ήταν οι δυνάμεις που επιτέθηκαν στο ανατολικό μέτωπο: περίπου 3 εκατομμύρια στρατιώτες, 3000 αεροπλάνα και 3500 άρματα μάχης. Είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η τεράστια δύναμη έχασε τον πόλεμο επειδή η Κρήτη αντιστάθηκε για περίπου δύο εβδομάδες; Ή ότι ο ανεφοδιασμός της ήταν κυρίως τα πετρέλαια της Ρουμανίας, που μπορούσαν να πληγούν μόνο από την Κρήτη;
Ο Χίτλερ σίγουρα είχε στο μυαλό του το ρώσικο χειμώνα, αλλά αν πίστευε ότι χρειαζόταν πολλούς μήνες για να καταλάβει τη Ρωσία, τότε θα ξεκινούσε την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα το 1942. Δεν είχε ήδη αποφασίσει να ξεκινήσει την επίθεση, π.χ. το Μάιο, αλλά του χάλασε τα σχέδια η ελληνική αντίσταση, όπως ίσως νομίζουν μερικοί. Εκ των υστέρων φάνηκε ότι μια σειρά από γεγονότα καθυστέρησαν την διαφαινόμενη επικράτηση των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο, όμως η ελληνική αντίσταση δεν ήταν ένα από αυτά, διότι πολύ απλά προηγήθηκε της επίθεσης. Για την υπόθεση της Ελλάδας εξάλλου, οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν ένα μικρό κλάσμα των δυνάμεων που συγκέντρωσαν για το ανατολικό μέτωπο και δεν χρειάστηκαν παρά λίγες εβδομάδες για να πετύχουν την κατάκτησή της.
Συνεπώς μπορεί να αισθανόμαστε ωραία νομίζοντας ότι χάρη στην αντίστασή μας παίξαμε καίριο ρόλο για την τελική έκβαση του πολέμου, αλλά δυστυχώς τα γεγονότα και τα δεδομένα μάλλον μας διαψεύδουν. Σε μια χώρα βέβαια όπου οι θεωρίες περί της υπεροχής μας επί των άλλων λαών αφθονούν, αυτά είναι λεπτομέρειες. Πρέπει όμως κάποτε οι ιστορικοί μας να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Εξάλλου έχουν περάσει πάνω από 70 χρόνια από τότε, νομίζω ότι είναι καιρός να προχωρήσουμε σαν κοινωνία και σε αυτά τα θέματα.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Πότε; Ποτέ.

Οδηγώ ένα πρωινό στα Σεπόλια και σταματώ σε ένα κόκκινο φανάρι. Από ένα στενό βγαίνει ένα αυτοκίνητο που θέλει να στρίψει στο αντίθετο ρεύμα. Μιας και είμαι σταματημένος, ασυναίσθητα κοιτώ ποιος είναι μέσα στο αυτοκίνητο. Αυτό που βλέπω είναι μια γυναίκα γύρω στα 30-35, η οποία δεν φοράει ζώνη και επιπλέον μιλάει στο κινητό. Στο αυτοκίνητο βρίσκονται και άλλα δύο παιδιά, σε ηλικία δημοτικού. Το ένα κάθεται στη θέση του συνοδηγού και το άλλο στο πίσω κάθισμα. Κανένα δεν φοράει ζώνη.
Μια άλλη μέρα πηγαίνω προς τη δουλειά μου. Λίγο πριν φτάσω σε ένα φανάρι, βλέπω από ένα προπορευόμενο αυτοκίνητο ένα παιδικό χεράκι να προεξέχει από το παράθυρο του συνοδηγού. Καθώς κινείται κάπως αργά, τυχαίνει να το προσπεράσω και να βρεθώ ακριβώς μπροστά του στο φανάρι. Από τον καθρέφτη βλέπω ένα ζευγάρι γύρω στα 35 με δύο παιδιά ηλικίας ενός και τριών ετών περίπου. Και τα δύο παιδιά βρίσκονται στην αγκαλιά της μαμάς τους, η οποία προσπαθεί να τα κρατήσει κοντά της, στη θέση του συνοδηγού. Κανένας δεν φοράει ζώνη.
Άλλη μέρα, γυρνώντας από τη δουλειά αυτήν τη φορά, βλέπω στον καθρέφτη ένα ζευγάρι σε ένα smart. Ο άντρας φαίνεται να μιλάει με πολύ γλυκό τρόπο προς τη γυναίκα. Σκέφτομαι ότι είναι πολύ ερωτευμένοι. Παρατηρώ ότι κανένας τους δεν φορά ζώνη. Λίγο μετά διαπιστώνω ότι τα γλυκόλογα δεν απευθύνονται προς τη γυναίκα. Στην αγκαλιά της διακρίνω ένα μωρό, το οποίο δεν πρέπει να είναι πάνω από 3-4 μηνών.
Αυτά τα περιστατικά συνέβησαν με διαφορά λίγων ημερών και άνετα θα μπορούσα να παραθέσω πολλά παρόμοια ακόμα. Είναι πραγματικά απίστευτο το πόσο μεγάλη ανευθυνότητα επιδεικνύουν πολλοί γονείς. Το γεγονός ότι τέτοιες συμπεριφορές θεωρούνται περίπου φυσιολογικές στην Ελλάδα, είναι το λιγότερο τραγικό. Οι κίνδυνοι που εγκυμονούν σε τέτοιες περιπτώσεις για τα παιδιά είναι τόσο μεγάλοι, που δεν θα έπρεπε καν να το σκεφτόμαστε να τα αφήνουμε τόσο εκτεθειμένα. Ως πότε θα συνεχίζεται αυτή η επίδειξη βλακείας; Ναι, βλακείας, διότι δεν είναι δυνατόν σε μια χώρα σαν την Ελλάδα να μην έχεις μάθει ότι τα παιδιά πρέπει να κάθονται και να δένονται στα κατάλληλα για την ηλικία τους καθίσματα, γιατί με το παραμικρό τρακάρισμα ή απότομο φρενάρισμα μπορεί να χτυπήσουν σοβαρά.
Αν θέλετε την άποψή μου, δυστυχώς αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα. Η πολιτεία δεν ενδιαφέρεται καθόλου για αυτά τα ζητήματα εδώ και δεκαετίες, παρά το ότι έχουμε πάρα πολλούς νεκρούς και τραυματίες κάθε χρόνο. Αλλά και αν ρίξετε μια ματιά στα προγράμματα των κομμάτων που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, μετά βίας ίσως βρείτε σε κάποιο μια δυο γραμμές για το θέμα, με γενικόλογες διατυπώσεις ως συνήθως. Κάποιοι ιδιωτικοί φορείς υπάρχουν και προσπαθούν με αφίσες και τηλεοπτικά σποτ να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι δεν πετυχαίνουν και πολλά πράγματα.
Τι κάνουμε λοιπόν; Ως συνήθως σε αυτήν τη χώρα, ό,τι μπορεί ο καθένας μόνος του. Και όχι μόνο για τον εαυτό του ει δυνατόν, αλλά και για τους κοντινούς του ανθρώπους, συγγενείς και φίλους. Για τους υπόλοιπους μπορώ μόνο να ευχηθώ καλή τύχη. Όταν συμπεριφέρεσαι βλακωδώς, μόνο η τύχη μπορεί να σε σώσει.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Μαθήματα ελληνικής ιστορίας



Κατά τις μέρες που γράφονται αυτές οι γραμμές, συμπληρώνονται 40 χρόνια από την κυπριακή τραγωδία του 1974. Όπως σε κάθε επέτειο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας - πρακτικά από το 1940 και μετά – τις μέρες αυτές αναζωπυρώνονται οι συζητήσεις γύρω από το τι πραγματικά έγινε. Άλλοι λένε ότι έφταιγαν αποκλειστικά οι συνταγματάρχες, άλλοι ότι έφταιγαν οι αμερικανοί μαζί με τους πολιτικούς της μεταπολίτευσης, άλλοι ρίχνουν τις ευθύνες στον Μακάριο. Και αυτό γίνεται γιατί δυστυχώς το ελληνικό κράτος δεν φροντίζει να διαθέσει στους ιστορικούς, αλλά και σε όποιον άλλον ενδιαφέρεται, τα αρχεία από εκείνη την περίοδο, όπως και όλες τις καταθέσεις από την εξεταστική επιτροπή που ασχολήθηκε με το ζήτημα το 1986, ώστε να έχουμε κάποια στιγμή μια σωστή καταγραφή και αποτίμηση των γεγονότων, όπως προκύπτουν μέσω της μεθοδολογίας της ιστορικής έρευνας. Έτσι παρουσιάζονται απόψεις οι οποίες είναι εντελώς αντικρουόμενες μεταξύ τους, όπως π.χ . ότι ο Καραμανλής και ο Μακάριος ήταν εθνάρχες ή προδότες. Αυτή η κατάσταση δυστυχώς συντηρεί και ενίοτε εξάπτει τα πάθη γύρω από το ζήτημα.
Όσον αφορά εμένα προσωπικά, από την εποχή που ήμουν μαθητής λυκείου, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δηλαδή, με ενδιέφερε η ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Πρώτη πηγή πληροφοριών ήταν τότε βέβαια το σχολικό εγχειρίδιο, το οποίο όμως ήταν τραγικά ανεπαρκές. Αν δεν κάνω λάθος, για την κυπριακή τραγωδία δεν πρέπει να είχε παραπάνω από μερικές γραμμές. Αυτό μου είχε κινήσει τότε την περιέργεια και έκτοτε έχω προσπαθήσει να αποκρυσταλλώσω μια άποψη για τα γεγονότα διαβάζοντας διάφορα βιβλία. Ακολουθεί λοιπόν η άποψή μου, η οποία βασίζεται τόσο σε γεγονότα όσο και σε προσωπικές εκτιμήσεις. Δεν διεκδικώ την αυθεντία ενός ιστορικού, απλά την καταθέτω.
Το κυπριακό ζήτημα αρχίζει πρακτικά τη δεκαετία του 1950. Στο «παιχνίδι» εμπλέκονται τέσσερεις παίκτες. Πρώτος παίκτης η ελληνική πλευρά, η οποία επιθυμούσε την ένωση με την Κύπρο, αλλά δυστυχώς ουδέποτε, ακόμα και σήμερα, δεν μπόρεσε να διατηρήσει μια σταθερή και με μακροχρόνιες βλέψεις εξωτερική πολιτική. Η εξαιρετικά ασταθής πολιτικά περίοδος από το 1950 μέχρι το 1974 δεν άφηνε πολλά περιθώρια για κάτι τέτοιο. Δεύτερος παίκτης η Κύπρος και ουσιαστικά ο Μακάριος. Ένας μεγάλος ηγέτης για τη χώρα του, με μεγάλη όμως εξουσιομανία, ένα χαρακτηριστικό που πρακτικά δυναμίτιζε κάθε προσπάθεια για λύση. Τρίτος παίκτης η Τουρκία, η οποία πάντα είχε βλέψεις στο νησί, και για γεωπολιτικούς λόγους, αλλά και λόγω της σημαντικής τουρκοκυπριακής μειονότητας. Τέταρτος και δυστυχώς μάλλον ο μεγαλύτερος παίκτης, οι μεγάλες δυνάμεις, δηλαδή η Αγγλία και εν συνεχεία η διάδοχός τους στην περιοχή, ΗΠΑ.
Από τη δεκαετία του 1950 λοιπόν το κυπριακό ζήτημα προκαλούσε συνεχώς εντάσεις. Η Ελλάδα και η Κύπρος ήθελαν τη μεταξύ τους ένωση, αλλά η Τουρκία αντιδρούσε. Οι Άγγλοι και οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να επιβάλλουν στις δύο πλευρές να φτάσουν σε ένα συμβιβασμό, καθότι η περιοχή τούς χρειαζόταν για τις βάσεις τους, αεροπορικές και ναυτικές, και η συνεχής ένταση δεν τους εξυπηρετούσε. Αυτές οι προσπάθειες έφεραν στο προσκήνιο διάφορες προτεινόμενες λύσεις, με γνωστότερη το σχέδιο Άτσεσον. Όλες όμως προσέκρουαν κυρίως στην ελληνική πολιτική αστάθεια και δευτερευόντως στις απαιτήσεις του Μακαρίου και των Τούρκων. Αυτό ήταν σε ένα βαθμό λογικό, διότι σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, οποιαδήποτε παραχώρηση ή συμβιβασμός μπορεί να αντιμετωπιστεί ακόμα και ως προδοσία, συνεπώς κανείς δεν αναλάμβανε εύκολα την ευθύνη να συμφωνήσει σε κάποιο σχέδιο.
Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα άρχισε να δείχνει ενθαρρυντικά σημάδια για κάποια λύση το 1973. Η κυβέρνηση Μαρκεζίνη προετοίμαζε τη χώρα για ελεύθερες εκλογές το Φλεβάρη του 1974 και η κυβέρνηση που θα προέκυπτε θα είχε σίγουρα τη νομιμοποίηση να προχωρήσει σε σημαντικές αποφάσεις, του κυπριακού ζητήματος συμπεριλαμβανομένου, που ήταν ακόμη τότε στην κορυφή της ιεραρχίας των θεμάτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τότε όμως ήρθε πραξικοπηματικά στην εξουσία ο Ιωαννίδης με πρόφαση την εξέγερση του Πολυτεχνείου και τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Αυτή η ανατροπή ήταν όπως αποδείχτηκε η ταφόπλακα του κυπριακού ζητήματος. Διότι αν το πρώτο πραξικόπημα το 1967 ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο έως επιβεβλημένο με βάση την τότε πολιτική αστάθεια (όπως είναι γνωστό, μέχρι και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ετοίμαζε πραξικόπημα με ανώτερους στρατιωτικούς, αλλά δεν πρόλαβε), το δεύτερο του 1973 ήρθε σε μια εποχή όπου ο ελληνικός λαός επιζητούσε πλέον τη δημοκρατική ομαλότητα, η οποία είχε ουσιαστικά δρομολογηθεί από την κυβέρνηση Μαρκεζίνη, συνεπώς ήταν ευάλωτο σε περίπτωση μεγάλης κρίσης.
Αυτό ακριβώς εκμεταλλεύτηκαν οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν προφανώς επεξεργαστεί και άλλα σχέδια λύσης του κυπριακού ζητήματος, όπως αυτό που τελικά επιβλήθηκε, δηλαδή της διχοτόμησης της νήσου, χωρίς όμως πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Την αφορμή που ζητούσαν την έδωσε το καθεστώς Ιωαννίδη με την απόφασή του να ανατρέψει με νέο πραξικόπημα τον Μακάριο, ώστε να προχωρήσει μονομερώς στην ένωση της Ελλάδας με την Κύπρο. Στο μυαλό του Ιωαννίδη ενδεχομένως αυτή να φάνταζε σαν μια ιστορική πατριωτική κίνηση, δυστυχώς όμως το παιχνίδι είχε και άλλους παίκτες, οι οποίοι δεν ήταν διατεθειμένοι να τη δεχτούν. Οι τούρκοι άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνουν στρατεύματα απέναντι από την Κύπρο προκειμένου να επιτεθούν. Οι άνθρωποι των ΗΠΑ παράλληλα συσκότιζαν την κατάσταση στην Ελλάδα, λέγοντας στους ανθρώπους του καθεστώτος ότι δεν υπήρχε περίπτωση τουρκικής επέμβασης. Ο δε Μακάριος, αφού γλίτωσε το θάνατο κατά το πραξικόπημα, κατέφυγε στον ΟΗΕ ζητώντας την επέμβασή του για την αποκατάσταση της τάξης στην Κύπρο. Είχε δυστυχώς την ψευδαίσθηση ότι μετά την όποια επέμβαση, όλα θα γύριζαν στην πρότερη κατάσταση και ο ίδιος θα επέστρεφε στην εξουσία.
Έτσι ξεκίνησε η πρώτη τουρκική επέμβαση με την ονομασία Αττίλας 1. Παρά την συντριπτική υπεροπλία, οι Τούρκοι δυσκολεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό να στήσουν προγεφύρωμα στο νησί, το κατάφεραν όμως μετά από λίγες μέρες. Ο Ιωαννίδης κατάλαβε το παιχνίδι των ΗΠΑ και κήρυξε γενική επιστράτευση, η οποία όμως κατέληξε σε φιάσκο διότι ουδέποτε αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία ή έστω να στείλει μεγάλες δυνάμεις στην Κύπρο. Η ανεπάρκειά του ήταν τέτοια που τελικά οι στρατιωτικοί που τον στήριζαν αποφάσισαν να επαναφέρουν τους παλαιότερους πολιτικούς, με τελική επιλογή τον Καραμανλή. Έτσι συνέβη το παράδοξο να ηγείται της χώρας ο Καραμανλής, αλλά την ηγεσία του στρατού να την έχουν οι ίδιοι στρατιωτικοί που την είχαν και στο καθεστώς Ιωαννίδη. Μέχρι και ο τότε πρόεδρος της δημοκρατίας Γκιζίκης έμεινε στη θέση του (περισσότερο διακοσμητικός ο ρόλος του, όπως και τώρα άλλωστε) και μάλιστα για αρκετό καιρό μετά την καταστροφή.
Μετά από μερικές εβδομάδες ξεκίνησε ο Αττίλας 2, που κατέληξε στην κατοχή από την Τουρκία  πολύ μεγαλύτερου μέρους της Κύπρου και στην πρακτική διχοτόμηση των δύο κοινοτήτων, της κυπριακής και της τουρκικής. Η αντίδραση του Καραμανλή στρατιωτικά ήταν ανύπαρκτη. Το τέλος του Αττίλα 2 πρακτικά επιβλήθηκε από την Αγγλία και τις ΗΠΑ στους Τούρκους, καθότι δεν ήθελαν να περάσει όλο το νησί στην Τουρκία, πιθανότατα γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε γενικό πόλεμο Ελλάδας-Τουρκίας. Ο Καραμανλής απέσυρε την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ, έκανε δε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες μέσω του ΟΗΕ, όπως και ο Μακάριος και η Κύπρος γενικότερα. Δυστυχώς όμως, ό,τι κερδίζεται στο πεδίο των μαχών, δύσκολα παραδίδεται διπλωματικά και η Τουρκία δεν ήταν και ούτε είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει από τα κεκτημένα της. Ακόμα και αν τα εδάφη που κατέκτησε ακόμα δεν έχει καταφέρει είτε να τα ενσωματώσει επίσημα στο τουρκικό κράτος είτε να αναγνωριστούν ως επίσημη κρατική οντότητα.
Μετά από 40 χρόνια, αυτό που ενοχλεί είναι ότι υπάρχουν ακόμα αναπάντητα ερωτήματα. Καταρχήν, γιατί δεν έγινε ποτέ η δίκη της Κύπρου; Είναι δυνατόν μετά από τέτοια τραγωδία να μην τιμωρηθούν οι όποιοι υπεύθυνοι; Προφανώς ο Ιωαννίδης είναι ένας από αυτούς και τελικά τιμωρήθηκε με ισόβια, αλλά αυτό δεν έγινε στο πλαίσιο μιας τέτοιας δίκης. Όλη η στρατιωτική ηγεσία εκείνης της εποχής έμεινε ανέγγιχτη. Η προφανής απάντηση στο γιατί συνέβη αυτό είναι ότι δόθηκε ως ανταμοιβή για την επαναφορά των πολιτικών στην ηγεσία της χώρας. Αυτό φυσικά ουδέποτε έχει ομολογηθεί από τους πρωταγωνιστές, αλλά δυστυχώς προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείς τον Ιωαννίδη προδότη, αλλά όχι τη στρατιωτική ηγεσία που τον στήριζε. Ένα δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με το αν ήξερε ο Καραμανλής και άλλοι πολιτικοί, αλλά και η ελληνική στρατιωτική ηγεσία,  το σχέδιο των ΗΠΑ για τη διχοτόμηση. Από τα έγγραφα των αμερικανικών υπηρεσιών που έχουν διατεθεί στο κοινό, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αν δεχτούμε ότι αυτό ισχύει, τότε ο Καραμανλής βρέθηκε μπροστά στο εξής δίλημμα κατά τη διάρκεια του Αττίλα 2: να αφήσει τις ΗΠΑ και τους Τούρκους να παίξουν το παιχνίδι τους με τις γνωστές τραγικές για την Κύπρο συνέπειες, αλλά με τον ίδιο να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της χώρας και την Ελλάδα να μένει εδαφικά ακέραιη, ή να στείλει στρατεύματα στην Κύπρο με την πιθανότητα ακόμα και ελληνοτουρκικού γενικού πολέμου και αβέβαιη φυσικά εξέλιξη. Το ερώτημα εδώ είναι γιατί προτίμησε την πρώτη επιλογή. Η άποψή μου είναι ότι απλά αποφάσισε να αποφύγει περισσότερη αιματοχυσία και τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Το αν έκανε καλά ή όχι εξαρτάται από τη θεώρηση των πραγμάτων του καθενός. Κάποιος θα πει ότι έκανε καλά γιατί μπορεί να γινόταν πόλεμος με μεγάλες απώλειες και ακόμα μεγαλύτερες τραγωδίες, κάποιος άλλος θα πει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπολογίζεις τίποτα και πας σε ανοιχτή σύγκρουση για την τιμή και την αξιοπρέπεια της πατρίδας. Όπως και να το βλέπει κανείς, το γεγονός είναι ότι η κατοχή της Κύπρου μπορούσε τότε να αποτραπεί μόνο με στρατιωτικά μέσα και όχι με διπλωματικά όπως τελικά έγινε. Αν βρεθούν ποτέ έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι ο Καραμανλής ήξερε τι θα γινόταν, αλλά δεν έκανε τίποτα προκειμένου να έρθει στην εξουσία, όπως κάποιοι υπονοούν, τότε αυτό αλλάζει θεαματικά τα πράγματα, προς το παρόν όμως αυτό δεν μπορεί να αποδειχτεί.
Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, πρέπει να πω ότι αυτό που εξοργίζει είναι η αντιμετώπιση των πρωταγωνιστών μετά την ολοκλήρωση της τραγωδίας. Ο Καραμανλής έλαβε τον τίτλο του εθνάρχη αν και επί των ημερών του έγινε ο Αττίλας 2. Όπως εξήγησα παραπάνω, το αν έκανε καλά που απέφυγε τον πόλεμο είναι θέμα οπτικής γωνίας του καθενός, αλλά το ερώτημα είναι γιατί δεν έχει την ίδια και ακόμη καλύτερη αντιμετώπιση ο Μεταξάς, ο οποίος ήρθε σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του Άξονα, ενώ θα μπορούσε και αυτός να αποφύγει σχετικά εύκολα τον πόλεμο. Η τότε στρατιωτική ηγεσία αποστρατεύτηκε με τις συνήθεις τιμές, λες και επί Ιωαννίδη κάποιοι άλλοι ήταν στην ηγεσία του στρατού. Αυτοί που πολέμησαν στην Κύπρο δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως μετέχοντες σε πόλεμο. Με μια παράδοξα εκδικητική απόφαση, το ελληνικό κράτος δεν αναγνώρισε ποτέ ότι στην Κύπρο τότε έγινε πόλεμος και καμία αποζημίωση ή τιμή δεν επιδόθηκε σε όσους πολέμησαν τότε. Ο Μακάριος επέστρεψε στην ηγεσία της Κύπρου, αλλά μετά από τέτοια καταστροφή, τα όποια όνειρά του για την Κύπρο έγιναν όνειρα θερινής νυκτός, ενώ το θέμα της ένωσης παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες, αν δεν ενταφιάστηκε ολοκληρωτικά. Είναι προφανές ότι για την κυπριακή τραγωδία δεν επήλθε ακόμα – αν επέλθει ποτέ - η κάθαρση.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Είναι η οδική ασφάλεια ηλίθιε!

Παραφράζω ελαφρώς μια παλιά ρήση για να αναφερθώ σε ένα θέμα που συχνά με απασχολεί, κυρίως γιατί δεν βλέπω να γίνονται ούτε στο ελάχιστο αυτά που κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνουν. Μιλάω φυσικά για το θέμα της οδικής ασφάλειας. Είναι γνωστό ότι εδώ και πολλά χρόνια έχουμε μεγάλο πρόβλημα με τα τροχαία ατυχήματα, τα οποία κοστίζουν υπέρογκα όχι μόνο σε ανθρώπινες ζωές, αλλά και σε χρηματικά ποσά λόγω περίθαλψης των τραυματιών. Πριν λίγες εβδομάδες λοιπόν, υπέπεσε στην αντίληψή μου η είδηση ότι αλλάζει ο τρόπος έκδοσης των διπλωμάτων οδήγησης. Αρχικά νόμιζα ότι αναφερόταν μόνο στις άδειες οδήγησης, αλλά διαβάζοντας το άρθρο ανακάλυψα ότι αυτή η αλλαγή προήλθε από ένα άτυπο συμβούλιο για την οδική ασφάλεια που έγινε στο Ζάππειο, με τη συμμετοχή του υπουργού μεταφορών Μ. Χρυσοχοΐδη.
Ας δούμε λοιπόν τι έγινε σε αυτό το συμβούλιο, διότι το άρθρο δεν είναι παρά μια σύντομη ανασκόπησή του, όπως υποθέτω διανεμήθηκε στον τύπο. Οι αλλαγές λοιπόν στις άδειες οδήγησης "περιλαμβάνονται στο στρατηγικό σχέδιο του υπουργείου Μεταφορών και Υποδομών για την βελτίωση της οδικής ασφάλειας". Στρατηγικό σχέδιο ε; Πάντα μεγαλόπνοες οι εκφράσεις των κρατικών παραγόντων, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι τα στρατηγικά σχέδια στην Ελλάδα είναι συνήθως άγνωστες λέξεις και σίγουρα μικρής διάρκειας, δηλαδή μέχρι να αλλάξει ο υπουργός. Τέλος πάντων, ας μην αρχίσω να "βαράω" από τις πρώτες γραμμές...
Συνεχίζουμε: "θα υπάρχει μείωση στα πρόστιμα τροχαίων παραβάσεων, τα οποία όμως δε θεωρούνται ότι σχετίζονται άμεσα με την πρόκληση ατυχημάτων". Κάθε λογικός άνθρωπος μάλλον συμφωνεί με αυτό. "Ειδικότερα ως προς τις εξετάσεις, αλλαγές θα υπάρξουν στην επιλογή των εξεταστών ώστε να είναι πιστοποιημένοι και η διαδικασία απολύτως διαφανής". Καλό και αυτό, μένει να δούμε πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη. Κατά την άποψή μου, πάντως, το πρόβλημα είναι το τι μαθαίνουν οι υποψήφιοι οδηγοί - σαφώς πολύ λίγα σε σχέση με αυτά που απαιτούνται - παρά η διαδικασία έκδοσης του διπλώματος. Επ' αυτού δεν αναφέρεται τίποτα.
Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις εθνικές οδούς και πως αυτές θα πρέπει να έχουν υψηλές προδιαγραφές, ώστε να ελαχιστοποιούνται τα ατυχήματα. Ενδεικτικά: "Σε ότι αφορά τα θανατηφόρα ατυχήματα τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί σημαντική μείωση στα τμήματα των εθνικών οδών που λειτουργούν με το σύστημα παραχώρησης", "οι οδικές μας υποδομές θα πρέπει να κατασκευάζονται, συντηρούνται και διαχειρίζονται με βάση τα υψηλότερα πρότυπα ασφαλείας και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους χρήστες της οδού" και πως "ο κατάλληλος σχεδιασμός των δικτύων μπορεί να αποτρέψει ατυχήματα και να μειώσει την επίδραση της παραμέτρου «οδηγός» και να «προσπεράσει» το ανθρώπινο λάθος". Κατόπιν αναφέρεται σε ζητήματα αστυνόμευσης και χρηματοδότησης των εθνικών οδών, καθώς και στους τεχνικούς ελεγχους των οχημάτων. Στις τελευταίες παραγράφους βρίσκουμε και τη βαρυσήμαντη ευχή "να πλησιάσουμε ακόμη πιο κοντά στο όραμα των μηδενικών θανάτων στους δρόμους της ΕΕ".
Ωραία όλα αυτά θα πείτε, κάτι δεν λείπει όμως από αυτό το στρατηγικό σχέδιο; Πολλά λείπουν θα έλεγα εγώ. Κατ' αρχήν ας ενημερώσει κάποιος τον υπουργό, αν δεν το ξέρει ήδη, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κινούνται στις εθνικές οδούς, αλλά στις υπόλοιπες οδούς. Πάνε στις δουλειές τους και στο σχολείο για τα παιδιά τους, βγαίνουν έξω για διασκέδαση ή βόλτα και τέλος πάντων, ελάχιστα χρησιμοποιούν τις εθνικές οδούς. Φυσικά και είναι σημαντικό να υπάρχει ασφάλεια στις εθνικές οδούς, αλλά δυστυχώς δεν είναι αυτή η πρώτη προτεραιότητα.
Ποια είναι αυτή; Μα η οδική παιδεία, ή αλλιώς το να ξέρουν οι πολίτες πώς να κινηθούν στο δρόμο, είτε οδηγώντας είτε ως πεζοί.Υπάρχει κανείς που να μπορεί να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο υπάρχει στον απαραίτητο βαθμό στην Ελλάδα; Αρκεί μια βόλτα σε οποιαδήποτε πόλη ή κωμόπολη για να διαπιστώσει κανείς ότι: α) οι περισσότεροι δεν φοράνε ζώνη ή κράνος, β) οι οδηγοί μηχανών θεωρούν ότι λόγω ευελιξίας μπορούν να κινούνται σε οποιοδήποτε σημείο του οδικού δικτύου, γ) ελάχιστοι λογαριάζουν τους πεζούς αλλά και δ) οι πεζοί πολλές φορές δεν ασχολούνται καν να περάσουν από κάποια διάβαση ή όταν το φανάρι είναι κόκκινο, ενώ φυσικά ε) ο καθένας σταθμεύει όπου θέλει. Ποιο είναι το στρατηγικό σχέδιο για να αλλάξει αυτή η κατάσταση; Όπως φαίνεται, απλά δεν υπάρχει. Η τροχαία, όπως όλοι γνωρίζουν, είτε είναι ανύπαρκτη ή εμφανίζεται σε συγκεκριμένα πάντα σημεία. Σε άλλα δε σημεία, όπου οι παραβάσεις του ΚΟΚ είναι συνεχείς και καραμπινάτες, απλά δεν κάνουν τον κόπο να εμφανιστούν. Όσο για την κατάσταση του οδικού δικτύου; Οι λωρίδες και οι γραμμές γενικότερα θεωρούνται άχρηστη πολυτέλεια, ενώ οι περισσότεροι δρόμοι έπρεπε να είχαν ασφαλτοστρωθεί με νέα άσφαλτο όχι χθες, ούτε πέρυσι, αλλά εδώ και καμιά δεκαετία.
Οπότε κ. Υπουργέ, καλές οι εθνικές οδοί και μακάρι να μην έχουμε ούτε έναν ακόμα θάνατο σε αυτές τις οδούς χάρη στο στρατηγικό σας σχέδιο, αλλά αν δεν κάνετε κάτι να βελτιώσετε την οδική παιδεία των Ελλήνων πολιτών, στο τέλος θα έχετε κάνει - σχεδόν - μια τρύπα στο νερό. Όπως και οι προηγούμενοι που ήταν στη θέση σας άλλωστε...

ΥΓ. Και μια - ρητορική - ερώτηση για τον κ. Υπουργό: όταν κάποιος εκπαιδεύεται για να πάρει δίπλωμα οδήγησης στην Ελλάδα, μαθαίνει πώς πρέπει να οδηγεί στις εθνικές οδούς;




Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Ας μιλήσουμε για το σύνταγμα επιτέλους

Από το 2010 που άρχισε η κρίση στην Ελλάδα, ή τέλος πάντων από τότε που έγινε εμφανής με την προσφυγή μας στο ΔΝΤ, πολλοί έχουν προτείνει λύσεις για την υπέρβασή της. Οι λύσεις αυτές βέβαια εστιάζουν στο οικονομικό κομμάτι της κρίσης, από την συμφωνία για τα μνημόνια, που εφαρμόστηκε τελικά, μέχρι την επαναφορά της δραχμής. Σχεδόν όλοι όμως παραμερίζουν ένα σημαντικό παράγοντα, ο οποίος είναι καθοριστικός για την εφαρμογή του όποιου προγράμματος: την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα.
Από τη δεκαετία του 1980 κιόλας θυμάμαι διάφορες δημοσκοπήσεις που αποτύπωναν την έλλειψη αυτής της εμπιστοσύνης. Η δημοφιλία των πολιτικών ως σύνολο δεν ξεπερνούσε ούτε το 10%. Και πώς θα μπορούσε να το ξεπεράσει όταν τα σκάνδαλα διαδεχόντουσαν το ένα το άλλο, πολλές νομοθετικές ρυθμίσεις ήταν "φωτογραφικές", η αξιοκρατία είχε πάει περίπατο στο δημόσιο τομέα και διάφορα άλλα, που σίγουρα τα θυμούνται όσοι έζησαν εκείνη την περίοδο. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε χωρίς ουσιαστική αλλαγή μέχρι και την εμφάνιση της κρίσης, με τη χαριστική βολή να δίνεται μερικά χρόνια πριν με τον απαράδεκτο, κατά τη γνώμη μου, νόμο περί ευθύνης υπουργών.
Μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα όποια επώδυνα μέτρα και να επιτευχθεί η ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα; Δυστυχώς όχι και αυτό φαίνεται, μεταξύ άλλων, από τον καταποντισμό των παραδοσιακών κομμάτων στις μετά την κρίση εκλογές και την ενδυνάμωση άλλων, που παλαιότερα δεν είχαν καμία προοπτική εισόδου στη βουλή, όπως η Χρυσή Αυγή. Αυτό που χρειαζόμαστε λοιπόν είναι μια επανεκκίνηση του πολιτικού συστήματος προκειμένου να αποκατασταθεί ή τέλος πάντων να χτιστεί σιγά σιγά μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των πολιτικών. Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτή η επανεκκίνηση είναι μέσω της δημιουργίας ενός καινούργιου συντάγματος.
Η πρόταση αυτή βέβαια δεν είναι καινοφανής. Τα τελευταία χρόνια το έχουν προτείνει μέλη του ΛΑΟΣ, αλλά και της Δημιουργίας Ξανά, δυστυχώς όμως το ζήτημα δεν είναι καν στην ατζέντα των μεγαλυτέρων κομμάτων, ενώ δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ στο δημόσιο διάλογο (ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ιδιαίτερα προβληματικός στην Ελλάδα).
Ας αρχίσουμε λοιπόν να μιλάμε για το πότε θα φτιάξουμε ένα καινούργιο σύνταγμα, προκειμένου να δρομολογήσουμε τις δομικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Θα κλείσω καταθέτοντας μερικές βασικές προτάσεις για ένα τέτοιο εγχείρημα, που θεωρώ σημαντικές:
  • Το καινούργιο σύνταγμα θα πρέπει να είναι σχετικά μικρό και να ορίζει τις βασικές αρχές της πολιτείας. Δεν θα πρέπει να αλλάζει εύκολα, ενώ θα πρέπει φυσικά να γίνεται σεβαστό από όλους.
  • Βασικά ζητήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία πρέπει να ξεκαθαριστούν με δημοψηφίσματα, όπως ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και πολιτικών εν γένει, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας (ό,τι σημαίνει αυτό τέλος πάντων, γιατί το θέμα είναι πολυδιάστατο).
  • Η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και όχι μόνο στις εκλογές. Η παρούσα τεχνολογία μάς επιτρέπει πλέον αυτό το βήμα.
  • Η εξουσία και οι πόροι πρέπει να κατανεμηθούν στις περιφέρειες της χώρας. Το σημερινό μοντέλο, όπου όλα περνούν από τον έλεγχο των υπουργείων και του εκάστοτε υπουργού προσωπικά, είναι αναποτελεσματικό.