Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Μαθήματα ελληνικής ιστορίας



Κατά τις μέρες που γράφονται αυτές οι γραμμές, συμπληρώνονται 40 χρόνια από την κυπριακή τραγωδία του 1974. Όπως σε κάθε επέτειο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας - πρακτικά από το 1940 και μετά – τις μέρες αυτές αναζωπυρώνονται οι συζητήσεις γύρω από το τι πραγματικά έγινε. Άλλοι λένε ότι έφταιγαν αποκλειστικά οι συνταγματάρχες, άλλοι ότι έφταιγαν οι αμερικανοί μαζί με τους πολιτικούς της μεταπολίτευσης, άλλοι ρίχνουν τις ευθύνες στον Μακάριο. Και αυτό γίνεται γιατί δυστυχώς το ελληνικό κράτος δεν φροντίζει να διαθέσει στους ιστορικούς, αλλά και σε όποιον άλλον ενδιαφέρεται, τα αρχεία από εκείνη την περίοδο, όπως και όλες τις καταθέσεις από την εξεταστική επιτροπή που ασχολήθηκε με το ζήτημα το 1986, ώστε να έχουμε κάποια στιγμή μια σωστή καταγραφή και αποτίμηση των γεγονότων, όπως προκύπτουν μέσω της μεθοδολογίας της ιστορικής έρευνας. Έτσι παρουσιάζονται απόψεις οι οποίες είναι εντελώς αντικρουόμενες μεταξύ τους, όπως π.χ . ότι ο Καραμανλής και ο Μακάριος ήταν εθνάρχες ή προδότες. Αυτή η κατάσταση δυστυχώς συντηρεί και ενίοτε εξάπτει τα πάθη γύρω από το ζήτημα.
Όσον αφορά εμένα προσωπικά, από την εποχή που ήμουν μαθητής λυκείου, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δηλαδή, με ενδιέφερε η ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Πρώτη πηγή πληροφοριών ήταν τότε βέβαια το σχολικό εγχειρίδιο, το οποίο όμως ήταν τραγικά ανεπαρκές. Αν δεν κάνω λάθος, για την κυπριακή τραγωδία δεν πρέπει να είχε παραπάνω από μερικές γραμμές. Αυτό μου είχε κινήσει τότε την περιέργεια και έκτοτε έχω προσπαθήσει να αποκρυσταλλώσω μια άποψη για τα γεγονότα διαβάζοντας διάφορα βιβλία. Ακολουθεί λοιπόν η άποψή μου, η οποία βασίζεται τόσο σε γεγονότα όσο και σε προσωπικές εκτιμήσεις. Δεν διεκδικώ την αυθεντία ενός ιστορικού, απλά την καταθέτω.
Το κυπριακό ζήτημα αρχίζει πρακτικά τη δεκαετία του 1950. Στο «παιχνίδι» εμπλέκονται τέσσερεις παίκτες. Πρώτος παίκτης η ελληνική πλευρά, η οποία επιθυμούσε την ένωση με την Κύπρο, αλλά δυστυχώς ουδέποτε, ακόμα και σήμερα, δεν μπόρεσε να διατηρήσει μια σταθερή και με μακροχρόνιες βλέψεις εξωτερική πολιτική. Η εξαιρετικά ασταθής πολιτικά περίοδος από το 1950 μέχρι το 1974 δεν άφηνε πολλά περιθώρια για κάτι τέτοιο. Δεύτερος παίκτης η Κύπρος και ουσιαστικά ο Μακάριος. Ένας μεγάλος ηγέτης για τη χώρα του, με μεγάλη όμως εξουσιομανία, ένα χαρακτηριστικό που πρακτικά δυναμίτιζε κάθε προσπάθεια για λύση. Τρίτος παίκτης η Τουρκία, η οποία πάντα είχε βλέψεις στο νησί, και για γεωπολιτικούς λόγους, αλλά και λόγω της σημαντικής τουρκοκυπριακής μειονότητας. Τέταρτος και δυστυχώς μάλλον ο μεγαλύτερος παίκτης, οι μεγάλες δυνάμεις, δηλαδή η Αγγλία και εν συνεχεία η διάδοχός τους στην περιοχή, ΗΠΑ.
Από τη δεκαετία του 1950 λοιπόν το κυπριακό ζήτημα προκαλούσε συνεχώς εντάσεις. Η Ελλάδα και η Κύπρος ήθελαν τη μεταξύ τους ένωση, αλλά η Τουρκία αντιδρούσε. Οι Άγγλοι και οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να επιβάλλουν στις δύο πλευρές να φτάσουν σε ένα συμβιβασμό, καθότι η περιοχή τούς χρειαζόταν για τις βάσεις τους, αεροπορικές και ναυτικές, και η συνεχής ένταση δεν τους εξυπηρετούσε. Αυτές οι προσπάθειες έφεραν στο προσκήνιο διάφορες προτεινόμενες λύσεις, με γνωστότερη το σχέδιο Άτσεσον. Όλες όμως προσέκρουαν κυρίως στην ελληνική πολιτική αστάθεια και δευτερευόντως στις απαιτήσεις του Μακαρίου και των Τούρκων. Αυτό ήταν σε ένα βαθμό λογικό, διότι σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, οποιαδήποτε παραχώρηση ή συμβιβασμός μπορεί να αντιμετωπιστεί ακόμα και ως προδοσία, συνεπώς κανείς δεν αναλάμβανε εύκολα την ευθύνη να συμφωνήσει σε κάποιο σχέδιο.
Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα άρχισε να δείχνει ενθαρρυντικά σημάδια για κάποια λύση το 1973. Η κυβέρνηση Μαρκεζίνη προετοίμαζε τη χώρα για ελεύθερες εκλογές το Φλεβάρη του 1974 και η κυβέρνηση που θα προέκυπτε θα είχε σίγουρα τη νομιμοποίηση να προχωρήσει σε σημαντικές αποφάσεις, του κυπριακού ζητήματος συμπεριλαμβανομένου, που ήταν ακόμη τότε στην κορυφή της ιεραρχίας των θεμάτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τότε όμως ήρθε πραξικοπηματικά στην εξουσία ο Ιωαννίδης με πρόφαση την εξέγερση του Πολυτεχνείου και τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Αυτή η ανατροπή ήταν όπως αποδείχτηκε η ταφόπλακα του κυπριακού ζητήματος. Διότι αν το πρώτο πραξικόπημα το 1967 ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο έως επιβεβλημένο με βάση την τότε πολιτική αστάθεια (όπως είναι γνωστό, μέχρι και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ετοίμαζε πραξικόπημα με ανώτερους στρατιωτικούς, αλλά δεν πρόλαβε), το δεύτερο του 1973 ήρθε σε μια εποχή όπου ο ελληνικός λαός επιζητούσε πλέον τη δημοκρατική ομαλότητα, η οποία είχε ουσιαστικά δρομολογηθεί από την κυβέρνηση Μαρκεζίνη, συνεπώς ήταν ευάλωτο σε περίπτωση μεγάλης κρίσης.
Αυτό ακριβώς εκμεταλλεύτηκαν οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν προφανώς επεξεργαστεί και άλλα σχέδια λύσης του κυπριακού ζητήματος, όπως αυτό που τελικά επιβλήθηκε, δηλαδή της διχοτόμησης της νήσου, χωρίς όμως πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Την αφορμή που ζητούσαν την έδωσε το καθεστώς Ιωαννίδη με την απόφασή του να ανατρέψει με νέο πραξικόπημα τον Μακάριο, ώστε να προχωρήσει μονομερώς στην ένωση της Ελλάδας με την Κύπρο. Στο μυαλό του Ιωαννίδη ενδεχομένως αυτή να φάνταζε σαν μια ιστορική πατριωτική κίνηση, δυστυχώς όμως το παιχνίδι είχε και άλλους παίκτες, οι οποίοι δεν ήταν διατεθειμένοι να τη δεχτούν. Οι τούρκοι άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνουν στρατεύματα απέναντι από την Κύπρο προκειμένου να επιτεθούν. Οι άνθρωποι των ΗΠΑ παράλληλα συσκότιζαν την κατάσταση στην Ελλάδα, λέγοντας στους ανθρώπους του καθεστώτος ότι δεν υπήρχε περίπτωση τουρκικής επέμβασης. Ο δε Μακάριος, αφού γλίτωσε το θάνατο κατά το πραξικόπημα, κατέφυγε στον ΟΗΕ ζητώντας την επέμβασή του για την αποκατάσταση της τάξης στην Κύπρο. Είχε δυστυχώς την ψευδαίσθηση ότι μετά την όποια επέμβαση, όλα θα γύριζαν στην πρότερη κατάσταση και ο ίδιος θα επέστρεφε στην εξουσία.
Έτσι ξεκίνησε η πρώτη τουρκική επέμβαση με την ονομασία Αττίλας 1. Παρά την συντριπτική υπεροπλία, οι Τούρκοι δυσκολεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό να στήσουν προγεφύρωμα στο νησί, το κατάφεραν όμως μετά από λίγες μέρες. Ο Ιωαννίδης κατάλαβε το παιχνίδι των ΗΠΑ και κήρυξε γενική επιστράτευση, η οποία όμως κατέληξε σε φιάσκο διότι ουδέποτε αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία ή έστω να στείλει μεγάλες δυνάμεις στην Κύπρο. Η ανεπάρκειά του ήταν τέτοια που τελικά οι στρατιωτικοί που τον στήριζαν αποφάσισαν να επαναφέρουν τους παλαιότερους πολιτικούς, με τελική επιλογή τον Καραμανλή. Έτσι συνέβη το παράδοξο να ηγείται της χώρας ο Καραμανλής, αλλά την ηγεσία του στρατού να την έχουν οι ίδιοι στρατιωτικοί που την είχαν και στο καθεστώς Ιωαννίδη. Μέχρι και ο τότε πρόεδρος της δημοκρατίας Γκιζίκης έμεινε στη θέση του (περισσότερο διακοσμητικός ο ρόλος του, όπως και τώρα άλλωστε) και μάλιστα για αρκετό καιρό μετά την καταστροφή.
Μετά από μερικές εβδομάδες ξεκίνησε ο Αττίλας 2, που κατέληξε στην κατοχή από την Τουρκία  πολύ μεγαλύτερου μέρους της Κύπρου και στην πρακτική διχοτόμηση των δύο κοινοτήτων, της κυπριακής και της τουρκικής. Η αντίδραση του Καραμανλή στρατιωτικά ήταν ανύπαρκτη. Το τέλος του Αττίλα 2 πρακτικά επιβλήθηκε από την Αγγλία και τις ΗΠΑ στους Τούρκους, καθότι δεν ήθελαν να περάσει όλο το νησί στην Τουρκία, πιθανότατα γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε γενικό πόλεμο Ελλάδας-Τουρκίας. Ο Καραμανλής απέσυρε την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ, έκανε δε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες μέσω του ΟΗΕ, όπως και ο Μακάριος και η Κύπρος γενικότερα. Δυστυχώς όμως, ό,τι κερδίζεται στο πεδίο των μαχών, δύσκολα παραδίδεται διπλωματικά και η Τουρκία δεν ήταν και ούτε είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει από τα κεκτημένα της. Ακόμα και αν τα εδάφη που κατέκτησε ακόμα δεν έχει καταφέρει είτε να τα ενσωματώσει επίσημα στο τουρκικό κράτος είτε να αναγνωριστούν ως επίσημη κρατική οντότητα.
Μετά από 40 χρόνια, αυτό που ενοχλεί είναι ότι υπάρχουν ακόμα αναπάντητα ερωτήματα. Καταρχήν, γιατί δεν έγινε ποτέ η δίκη της Κύπρου; Είναι δυνατόν μετά από τέτοια τραγωδία να μην τιμωρηθούν οι όποιοι υπεύθυνοι; Προφανώς ο Ιωαννίδης είναι ένας από αυτούς και τελικά τιμωρήθηκε με ισόβια, αλλά αυτό δεν έγινε στο πλαίσιο μιας τέτοιας δίκης. Όλη η στρατιωτική ηγεσία εκείνης της εποχής έμεινε ανέγγιχτη. Η προφανής απάντηση στο γιατί συνέβη αυτό είναι ότι δόθηκε ως ανταμοιβή για την επαναφορά των πολιτικών στην ηγεσία της χώρας. Αυτό φυσικά ουδέποτε έχει ομολογηθεί από τους πρωταγωνιστές, αλλά δυστυχώς προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείς τον Ιωαννίδη προδότη, αλλά όχι τη στρατιωτική ηγεσία που τον στήριζε. Ένα δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με το αν ήξερε ο Καραμανλής και άλλοι πολιτικοί, αλλά και η ελληνική στρατιωτική ηγεσία,  το σχέδιο των ΗΠΑ για τη διχοτόμηση. Από τα έγγραφα των αμερικανικών υπηρεσιών που έχουν διατεθεί στο κοινό, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αν δεχτούμε ότι αυτό ισχύει, τότε ο Καραμανλής βρέθηκε μπροστά στο εξής δίλημμα κατά τη διάρκεια του Αττίλα 2: να αφήσει τις ΗΠΑ και τους Τούρκους να παίξουν το παιχνίδι τους με τις γνωστές τραγικές για την Κύπρο συνέπειες, αλλά με τον ίδιο να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της χώρας και την Ελλάδα να μένει εδαφικά ακέραιη, ή να στείλει στρατεύματα στην Κύπρο με την πιθανότητα ακόμα και ελληνοτουρκικού γενικού πολέμου και αβέβαιη φυσικά εξέλιξη. Το ερώτημα εδώ είναι γιατί προτίμησε την πρώτη επιλογή. Η άποψή μου είναι ότι απλά αποφάσισε να αποφύγει περισσότερη αιματοχυσία και τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Το αν έκανε καλά ή όχι εξαρτάται από τη θεώρηση των πραγμάτων του καθενός. Κάποιος θα πει ότι έκανε καλά γιατί μπορεί να γινόταν πόλεμος με μεγάλες απώλειες και ακόμα μεγαλύτερες τραγωδίες, κάποιος άλλος θα πει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπολογίζεις τίποτα και πας σε ανοιχτή σύγκρουση για την τιμή και την αξιοπρέπεια της πατρίδας. Όπως και να το βλέπει κανείς, το γεγονός είναι ότι η κατοχή της Κύπρου μπορούσε τότε να αποτραπεί μόνο με στρατιωτικά μέσα και όχι με διπλωματικά όπως τελικά έγινε. Αν βρεθούν ποτέ έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι ο Καραμανλής ήξερε τι θα γινόταν, αλλά δεν έκανε τίποτα προκειμένου να έρθει στην εξουσία, όπως κάποιοι υπονοούν, τότε αυτό αλλάζει θεαματικά τα πράγματα, προς το παρόν όμως αυτό δεν μπορεί να αποδειχτεί.
Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, πρέπει να πω ότι αυτό που εξοργίζει είναι η αντιμετώπιση των πρωταγωνιστών μετά την ολοκλήρωση της τραγωδίας. Ο Καραμανλής έλαβε τον τίτλο του εθνάρχη αν και επί των ημερών του έγινε ο Αττίλας 2. Όπως εξήγησα παραπάνω, το αν έκανε καλά που απέφυγε τον πόλεμο είναι θέμα οπτικής γωνίας του καθενός, αλλά το ερώτημα είναι γιατί δεν έχει την ίδια και ακόμη καλύτερη αντιμετώπιση ο Μεταξάς, ο οποίος ήρθε σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του Άξονα, ενώ θα μπορούσε και αυτός να αποφύγει σχετικά εύκολα τον πόλεμο. Η τότε στρατιωτική ηγεσία αποστρατεύτηκε με τις συνήθεις τιμές, λες και επί Ιωαννίδη κάποιοι άλλοι ήταν στην ηγεσία του στρατού. Αυτοί που πολέμησαν στην Κύπρο δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως μετέχοντες σε πόλεμο. Με μια παράδοξα εκδικητική απόφαση, το ελληνικό κράτος δεν αναγνώρισε ποτέ ότι στην Κύπρο τότε έγινε πόλεμος και καμία αποζημίωση ή τιμή δεν επιδόθηκε σε όσους πολέμησαν τότε. Ο Μακάριος επέστρεψε στην ηγεσία της Κύπρου, αλλά μετά από τέτοια καταστροφή, τα όποια όνειρά του για την Κύπρο έγιναν όνειρα θερινής νυκτός, ενώ το θέμα της ένωσης παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες, αν δεν ενταφιάστηκε ολοκληρωτικά. Είναι προφανές ότι για την κυπριακή τραγωδία δεν επήλθε ακόμα – αν επέλθει ποτέ - η κάθαρση.